Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ
Ιατρική λέει ότι το σώμα μας αποτελείται κατά μέσο όρο από 55-70 0/0 νερό. Οι ειδικοί για το περιβάλλον λένε ότι μελλοντικά θα γίνονται πόλεμοι για το νερό. Και εμείς, σήμερα που το νερό έρχεται μέσα στα σπίτια μας, θεωρούμε αδιανόητο να διακοπεί η παροχή του έστω για μία ημέρα. Πως όμως ζούσαμε παλαιότερα, τότε που η κάθε οικογένεια είχε και ζώα, άλογα – γαϊδούρια - αιγοπρόβατα, τα οποία έπρεπε να ποτίσει; Τότε που στην βρύση πλέναμε και τα κλινοσκεπάσματα, αλλά και τα λιόπανα μετά τον ράβδο, τα οποία ήταν πολύ βαριά διότι ήταν λιναρένια και απορροφούσαν την υγρασία του εδάφους. Ως τότε -τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970- που υδροδοτήθηκε το χωριό από την πηγή του Μπολιάρη και αργότερα και από γεώτρηση. Ας “περιηγηθούμε” λοιπόν στην ιστορία μιας βρύσης, αυτής του χωριού μας.
Από διηγήσεις, στην γράφουσα, πριν από χρόνια, κυρίως των Παναγιώτη Πανταζόπουλου, Γεωργίου Αληχοτζώτη και Λεωνίδα Πολυχρονόπουλου, προέκυψαν τα εξής όσον αφορά την ύδρευση του χωριού. Αρχικά, πριν από τη βρύση που γνωρίζουμε σήμερα, υπήρχε άλλη ανατολικά του χωριού, στη θέση του παλιού λιτρουβιού το οποίο τότε ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας. Από το νερό της υδρεύονταν οι κάτοικοι, πότιζαν τα ζώα τους και τα πλησιέστερα περιβόλια και από το παρακείμενο πηγάδι, που υπάρχει έως σήμερα, οι γυναίκες έβγαζαν, με μπιντόνες, νερό και έπλεναν τα ρούχα τους.
Λίγα μέτρα χαμηλότερα υπήρχαν άλλα δύο πηγάδια, τα οποία καλύφθηκαν με υλικά όταν κατασκευάστηκε ο δρόμος προς Γλυφάδα, διότι ευρέθησαν εντός των ορίων της οδού.
Αν λάβουμε υπ' όψιν την μορφολογία της ευρύτερης περιοχής και ότι τα τελευταία χρόνια βρέθηκε νερό, κατόπιν γεώτρησης, στην αγροτική θέση “Μεγαμπέλια”, οδηγούμαστε στη σκέψη ότι πιθανόν το νερό της βρύσης προερχόταν από τον ορεινό όγκο του Μαγκλαβά. Αργότερα η βρύση μεταφέρθηκε στη θέση της οικίας του Γιωργάκη Ζαχαρόπουλου, η οποία οικία υπάρχει έως σήμερα και οι περισσότεροι την γνωρίσαμε ως “Το σπίτι του Αμερικάνου”, λόγω του γιου του Φώτη, που ήταν από τους πρώτους Παπουλαίους που μετανάστευσαν στην Αμερική και γι'αυτό, όταν, μετά από πολλά χρόνια, επέστρεψε πήρε τα προσωνύμια “Αμερικάνος” και “Μπρούκλης” από τη λέξη “Μπρούκλιν”, όνομα γεωγραφικού διαμερίσματος της Νέας Υόρκης στο οποίο διέμεναν πολλοί Έλληνες μετανάστες. Πότε και γιατί μεταφέρθηκε η βρύση εκεί δεν προκύπτει, ίσως για να βρίσκεται πλησιέστερα στο χωριό και η μεταφορά πιθανόν έγινε πριν το 1900.
Στη συνέχεια έφυγε και από εκεί και ήλθε στην σημερινή της θέση. Οι λόγοι δεν είναι γνωστοί, πιθανότατα διότι ο νέος χώρος ήταν περισσότερο ενδεδειγμένος για εξυπηρέτηση των χωρικών αλλά και των πολλών ζώων που είχαν και πιθανόν η μεταφορά της έγινε στις αρχές ή λίγο μετά το 1900. Το οικόπεδό της δώρησε ο Σταματέλος Χρονάς, που μετοίκησε με την οικογένειά του από το Βλαχόπουλο, αρχικά στην αγροτική θέση “Μεγαμπέλια”, όπου κατείχε μεγάλη έκταση και στην συνέχεια στα Παπούλια, όπου απέκτησε οικία εντός του χωριού και εδαφική έκταση στο ανατολικό μέρος του αλλά και στη θέση της βρύσης. Εδώ η βρύση κτίστηκε μάλλον με χρήματα των κατοίκων, είχε πετρόκτιστη δεξαμενή με επάλειψη εσωτερικά από ασβέστη, δύο κάνουλες και ένα πέτρινο λιμπί για να πίνουν τα ζώα. Το νερό της ερχόταν από το σημείο της αρχικής στο παλιό λιτρουβιό.
Γύρω στο 1948, η βρύση ανακαινίστηκε με υλικό το τσιμέντο και απέκτησε την σημερινή της μορφή με δύο λιμπιά. Τεχνίτης ήταν ο Γιάννης Σκουφάκης, γνωστός ως μαστρο-Γιάννης. Εδώ όμως, λόγω επικλινούς και κακοτράχαλου (με πολύ αιχμηρές πέτρες) εδάφους συνέβαιναν κάποιες φορές μικροατυχήματα κυρίως όταν, ως παιδιά, γλιστράγαμε και σπάζαμε τις βίκες. Έτσι αργότερα, γύρω στο 1975, έγιναν και άλλες εργασίες βελτίωσης, όπως η τσιμεντόστρωση και τα σκαλιά με τεχνίτη, κατά διήγηση, τον Γιάννη Μαλαπέρδα από τη Γλυφάδα.
Οι κάτοικοι μετέφεραν το νερό στα σπίτια τους χρησιμοποιώντας βίκες, μπιντόνες, νεροκολόκυθα (αυτά ήταν τα παγούρια εκείνης της εποχής), ή με βαρέλια φορτωμένα στα ζώα τους. Τα βαρέλια ήταν αρχικά ξύλινα και αργότερα τσίγκινα. Το περίσσευμα του νερού χρησιμοποιούσαν για ποτισμό των κοντινών περιβολιών.
Όμως η βρύση, εκτός από την προσφορά της στη ζωή των κατοίκων, υπήρξε και χώρος “κοινωνικού ενδιαφέροντος”. Οι γυναίκες έφερναν εδώ, μέσα σε βαριές ξύλινες σκαφίδες που τις φορτώνονταν στον ώμο, τα ρούχα τους για να τα ξεπλύνουν, αλλά και τα κλινοσκεπάσματά τους και τα λιόπανα μετά το μάζεμα των ελιών για να τα πλύνουν, χρησιμοποιώντας σε κάποια από αυτά για καθάρισμα και τον κόπανο. Εδώ λοιπόν, κατά την ώρα της ολιγόλεπτης διακοπής για ξεκούραση, ή της αναμονής να έλθει η σειρά τους για χρήση του λιμπιού, εύρισκαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν και λίγες κουβέντες για τα προβλήματά τους, τα νέα του χωριού και άλλα.
Εδώ έρχονταν και ο γαμπρός με την νύφη, την επομένη του γάμου τους, την Δευτέρα, για να μπουχιθούν κατά το έθιμο της εποχής. Αφού, πρώτα άπλωναν τα προικιά της νύφης σε κοινή θέα, για να φανεί η νοικοκυροσύνη της, έρχονταν ακολουθούμενοι από συγχωριανούς τους που τους εύχονταν να είναι καλορίζικοι, και μπουχίζονταν, δηλαδή έριχναν ο ένας στον άλλο νερό. Ποια ήταν η σημασία του εθίμου αυτού δεν γνωρίζω, πιθανόν να είχε την μεταφορική σημασία ψυχικού και σωματικού καθαρμού, της “αναγέννησης” των δύο ανθρώπων ως νέου ζευγαριού. Όσο για την τσιμεντένια οροφή της(ταράτσα), χρησιμοποιήθηκε κάποιες φορές, μέχρι τη δεκαετία του 1960, ως πίστα χορού, κυρίως κατά την Καθαρά Δευτέρα.
Τα χρόνια πέρασαν, δεν πηγαίνουμε πλέον στη βρύση γιατί ήλθαν οι βρύσες στα σπίτια μας, οι βίκες και τα νεροκολόκυθα πετάχτηκαν, τα μεταφορικά ζώα αντικαταστάθηκαν με αυτοκίνητα, πολλά έθιμα έσβησαν και ούτως εχόντων των πραγμάτων ο γαμπρός με την νύφη δεν πηγαίνουν εκεί να μπουχιθούν. Όμως αυτή, η βρύση μας, ριζωμένη πάνω από έναν αιώνα στην ίδια θέση, γερασμένη και με φανερά τα σημάδια της εγκατάλειψης αλλά με αδιάκοπο έως σήμερα το σιγανό γλυκό κελάρισμά της, προσφέρει ακόμη το, κατά την βυζαντινή φράση, “νεαρόν ύδωρ” της, όπως έλεγαν το τρεχούμενο νερό. Το “νεαρόν”, όπως το έλεγαν, αργότερα με μία λέξη. Το “νερό”, όπως το λέμε σήμερα.
Πως όμως ήταν και ποια η μοίρα της, αυτής της πρώτης βρύσης στη θέση του παλιού λιτρουβιού; Σύμφωνα με τις αφηγήσεις γνωστά είναι ότι η δεξαμενή της είχε σχήμα περίπου τζιάρας πολύ μεγάλων διαστάσεων με εσωτερική επικάλυψη από υλικό που την έκανε στεγανή, λεία και γυαλιστερή. Κατά διαστήματα την άνοιγαν και την καθάριζαν. Γύρω στο 1948, δηλαδή τότε που ανακαίνισαν με το μαστρο-Γιάννη τη σημερινή μας βρύση, έσπασαν την δεξαμενή αυτής της πρώτης στο παλιό λιτρουβιό. Από την μορφή της, την εσωτερική της επένδυση και από το γεγονός ότι την “έσπασαν” συμπεραίνεται ότι ήταν κεραμική.
Τα κεραμικά όπως, βίκες, στάμνες, τσουκάλες, πιθάρια, τζιάρες κ.λ.π., ο κόσμος τα χρησιμοποιούσε πολύ σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχαν τα σημερινα υλικά, και στην περιοχή μας ήταν εύκολο να τα προμηθευτούν επειδή πολύ κοντά μας ήταν τα φημισμένα κεραμικά που κατασκευάζονταν από τεχνίτες της περιοχής της Κορώνης. Ο μεσσήνιος λαογράφος Νίκος Πασαγιώτης (+2013), με καταγωγή από το Χαρακοπιό της Κορώνης και εργάτης στα νιάτα του σε κεραμικά, μου είχε διηγηθεί ότι η τζιάρα ήταν πιθάρι χωρητικότητας 80-150 οκάδων. Η δεξαμενή λοιπόν της βρύσης στο παλιό λιτρουβιό, που κατά τους αφηγητές ήταν μεγαλύτερη από τζιάρα αλλά είχε το σχήμα της, φαίνεται να είχε κατασκευαστεί με τον τρόπο και από τεχνίτες της περιοχής αυτής.
Όσο για το μαστρο-Γιάννη, τον Γιάννη Σκουφάκη, ήταν κρητικός στην καταγωγή και είχε εγκατασταθεί στο Καραμανώλη, σήμερα Γλυφάδα, λόγω γάμου του με ντόπια. Ήταν άξιος τεχνίτης, φιλοσοφούσε την ζωή και αντιμετώπιζε τις δυσκολίες της με υπομονή και σατυρική διάθεση. Μία από τις φράσεις του, που έμειναν και δείχνει την φιλοσοφική του διάθεση αλλά και την οικονομική αδυναμία που επικρατούσε παλαιότερα, ήταν η απάντηση που έδωσε όταν, επιστρέφοντας από την Πελεκανάδα όπου είχε δουλέψει ένα μήνα, τον ρώτησαν πως πέρασε. Απάντησε με την φράση “τρεις τριάντα, ενενήντα σαλάτες”, δηλαδή τρεις φορές την ημέρα, επί τριάντα ημέρες, έφαγε, αντί φαγητού, ενενήντα σαλάτες. Έμειναν επίσης τα λόγια του σε τράπεζα της Πύλου, όταν έβλεπε να μην τηρείται η σειρά προτεραιότητας και να εξυπηρετούνται οι καλοντυμένοι και με γραβάτα πελάτες της, και σε αυτόν να μην δίνει κανείς σημασία. Δεν εκνευρίστηκε, δεν διαπληκτίστηκε αλλά απευθύνθηκε στον διευθυντή της τράπεζας και, εις επήκοον όλων, του είπε, “Κύριε διευθυντά, την επόμενη φορά που θα έρθω θα φοράω μια γραβάτα που θα φτάνει μέχρι κάτω από τα ...” και έδειξε ως πιο σημείο του σώματός του θα έφτανε η γραβάτα. Μετά από αυτά βέβαια του ζήτησαν συγγνώμη και τον εξυπηρέτησαν αμέσως.
Αυτή είναι η ιστορία της βρύσης μας.
Φωτογραφίες: 1)Βίκα σπασμένη και επισκευασμένη με τσιμέντο. 2)Νεροκολόκυθο για μεταφορά νερού και αγκλιά που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να βγάζουν ζεστό νερό από το λεβέτι κατά το πλύσιμο των ρούχων.




