ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ

Ιατρική λέει ότι το σώμα μας αποτελείται κατά μέσο όρο από 55-70 0/0 νερό. Οι ειδικοί για το περιβάλλον λένε ότι μελλοντικά θα γίνονται πόλεμοι για το νερό. Και εμείς, σήμερα που το νερό έρχεται μέσα στα σπίτια μας, θεωρούμε αδιανόητο να διακοπεί η παροχή του έστω για μία ημέρα. Πως όμως ζούσαμε παλαιότερα, τότε που η κάθε οικογένεια είχε και ζώα, άλογα – γαϊδούρια - αιγοπρόβατα, τα οποία έπρεπε να ποτίσει; Τότε που στην βρύση πλέναμε και τα κλινοσκεπάσματα, αλλά και τα λιόπανα μετά τον ράβδο, τα οποία ήταν πολύ βαριά διότι ήταν λιναρένια και απορροφούσαν την υγρασία του εδάφους. Ως τότε -τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970- που υδροδοτήθηκε το χωριό από την πηγή του Μπολιάρη και αργότερα και από γεώτρηση. Ας “περιηγηθούμε” λοιπόν στην ιστορία μιας βρύσης, αυτής του χωριού μας.
Από διηγήσεις, στην γράφουσα, πριν από χρόνια, κυρίως των Παναγιώτη Πανταζόπουλου, Γεωργίου Αληχοτζώτη και Λεωνίδα Πολυχρονόπουλου, προέκυψαν τα εξής όσον αφορά την ύδρευση του χωριού. Αρχικά, πριν από τη βρύση που γνωρίζουμε σήμερα, υπήρχε άλλη ανατολικά του χωριού, στη θέση του παλιού λιτρουβιού το οποίο τότε ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας. Από το νερό της υδρεύονταν οι κάτοικοι, πότιζαν τα ζώα τους και τα πλησιέστερα περιβόλια και από το παρακείμενο πηγάδι, που υπάρχει έως σήμερα, οι γυναίκες έβγαζαν, με μπιντόνες, νερό και έπλεναν τα ρούχα τους.
Λίγα μέτρα χαμηλότερα υπήρχαν άλλα δύο πηγάδια, τα οποία καλύφθηκαν με υλικά όταν κατασκευάστηκε ο δρόμος προς Γλυφάδα, διότι ευρέθησαν εντός των ορίων της οδού.
Αν λάβουμε υπ' όψιν την μορφολογία της ευρύτερης περιοχής και ότι τα τελευταία χρόνια βρέθηκε νερό, κατόπιν γεώτρησης, στην αγροτική θέση “Μεγαμπέλια”, οδηγούμαστε στη σκέψη ότι πιθανόν το νερό της βρύσης προερχόταν από τον ορεινό όγκο του Μαγκλαβά. Αργότερα η βρύση μεταφέρθηκε στη θέση της οικίας του Γιωργάκη Ζαχαρόπουλου, η οποία οικία υπάρχει έως σήμερα και οι περισσότεροι την γνωρίσαμε ως “Το σπίτι του Αμερικάνου”, λόγω του γιου του Φώτη, που ήταν από τους πρώτους Παπουλαίους που μετανάστευσαν στην Αμερική και γι'αυτό, όταν, μετά από πολλά χρόνια, επέστρεψε πήρε τα προσωνύμια “Αμερικάνος” και “Μπρούκλης” από τη λέξη “Μπρούκλιν”, όνομα γεωγραφικού διαμερίσματος της Νέας Υόρκης στο οποίο διέμεναν πολλοί Έλληνες μετανάστες. Πότε και γιατί μεταφέρθηκε η βρύση εκεί δεν προκύπτει, ίσως για να βρίσκεται πλησιέστερα στο χωριό και η μεταφορά πιθανόν έγινε πριν το 1900.
Στη συνέχεια έφυγε και από εκεί και ήλθε στην σημερινή της θέση. Οι λόγοι δεν είναι γνωστοί, πιθανότατα διότι ο νέος χώρος ήταν περισσότερο ενδεδειγμένος για εξυπηρέτηση των χωρικών αλλά και των πολλών ζώων που είχαν και πιθανόν η μεταφορά της έγινε στις αρχές ή λίγο μετά το 1900. Το οικόπεδό της δώρησε ο Σταματέλος Χρονάς, που μετοίκησε με την οικογένειά του από το Βλαχόπουλο, αρχικά στην αγροτική θέση “Μεγαμπέλια”, όπου κατείχε μεγάλη έκταση και στην συνέχεια στα Παπούλια, όπου απέκτησε οικία εντός του χωριού και εδαφική έκταση στο ανατολικό μέρος του αλλά και στη θέση της βρύσης. Εδώ η βρύση κτίστηκε μάλλον με χρήματα των κατοίκων, είχε πετρόκτιστη δεξαμενή με επάλειψη εσωτερικά από ασβέστη, δύο κάνουλες και ένα πέτρινο λιμπί για να πίνουν τα ζώα. Το νερό της ερχόταν από το σημείο της αρχικής στο παλιό λιτρουβιό.
Γύρω στο 1948, η βρύση ανακαινίστηκε με υλικό το τσιμέντο και απέκτησε την σημερινή της μορφή με δύο λιμπιά. Τεχνίτης ήταν ο Γιάννης Σκουφάκης, γνωστός ως μαστρο-Γιάννης. Εδώ όμως, λόγω επικλινούς και κακοτράχαλου (με πολύ αιχμηρές πέτρες) εδάφους συνέβαιναν κάποιες φορές μικροατυχήματα κυρίως όταν, ως παιδιά, γλιστράγαμε και σπάζαμε τις βίκες. Έτσι αργότερα, γύρω στο 1975, έγιναν και άλλες εργασίες βελτίωσης, όπως η τσιμεντόστρωση και τα σκαλιά με τεχνίτη, κατά διήγηση, τον Γιάννη Μαλαπέρδα από τη Γλυφάδα.
Οι κάτοικοι μετέφεραν το νερό στα σπίτια τους χρησιμοποιώντας βίκες, μπιντόνες, νεροκολόκυθα (αυτά ήταν τα παγούρια εκείνης της εποχής), ή με βαρέλια φορτωμένα στα ζώα τους. Τα βαρέλια ήταν αρχικά ξύλινα και αργότερα τσίγκινα. Το περίσσευμα του νερού χρησιμοποιούσαν για ποτισμό των κοντινών περιβολιών.
Όμως η βρύση, εκτός από την προσφορά της στη ζωή των κατοίκων, υπήρξε και χώρος “κοινωνικού ενδιαφέροντος”. Οι γυναίκες έφερναν εδώ, μέσα σε βαριές ξύλινες σκαφίδες που τις φορτώνονταν στον ώμο, τα ρούχα τους για να τα ξεπλύνουν, αλλά και τα κλινοσκεπάσματά τους και τα λιόπανα μετά το μάζεμα των ελιών για να τα πλύνουν, χρησιμοποιώντας σε κάποια από αυτά για καθάρισμα και τον κόπανο. Εδώ λοιπόν, κατά την ώρα της ολιγόλεπτης διακοπής για ξεκούραση, ή της αναμονής να έλθει η σειρά τους για χρήση του λιμπιού, εύρισκαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν και λίγες κουβέντες για τα προβλήματά τους, τα νέα του χωριού και άλλα.
Εδώ έρχονταν και ο γαμπρός με την νύφη, την επομένη του γάμου τους, την Δευτέρα, για να μπουχιθούν κατά το έθιμο της εποχής. Αφού, πρώτα άπλωναν τα προικιά της νύφης σε κοινή θέα, για να φανεί η νοικοκυροσύνη της, έρχονταν ακολουθούμενοι από συγχωριανούς τους που τους εύχονταν να είναι καλορίζικοι, και μπουχίζονταν, δηλαδή έριχναν ο ένας στον άλλο νερό. Ποια ήταν η σημασία του εθίμου αυτού δεν γνωρίζω, πιθανόν να είχε την μεταφορική σημασία ψυχικού και σωματικού καθαρμού, της “αναγέννησης” των δύο ανθρώπων ως νέου ζευγαριού. Όσο για την τσιμεντένια οροφή της(ταράτσα), χρησιμοποιήθηκε κάποιες φορές, μέχρι τη δεκαετία του 1960, ως πίστα χορού, κυρίως κατά την Καθαρά Δευτέρα.
Τα χρόνια πέρασαν, δεν πηγαίνουμε πλέον στη βρύση γιατί ήλθαν οι βρύσες στα σπίτια μας, οι βίκες και τα νεροκολόκυθα πετάχτηκαν, τα μεταφορικά ζώα αντικαταστάθηκαν με αυτοκίνητα, πολλά έθιμα έσβησαν και ούτως εχόντων των πραγμάτων ο γαμπρός με την νύφη δεν πηγαίνουν εκεί να μπουχιθούν. Όμως αυτή, η βρύση μας, ριζωμένη πάνω από έναν αιώνα στην ίδια θέση, γερασμένη και με φανερά τα σημάδια της εγκατάλειψης αλλά με αδιάκοπο έως σήμερα το σιγανό γλυκό κελάρισμά της, προσφέρει ακόμη το, κατά την βυζαντινή φράση, “νεαρόν ύδωρ” της, όπως έλεγαν το τρεχούμενο νερό. Το “νεαρόν”, όπως το έλεγαν, αργότερα με μία λέξη. Το “νερό”, όπως το λέμε σήμερα.
Πως όμως ήταν και ποια η μοίρα της, αυτής της πρώτης βρύσης στη θέση του παλιού λιτρουβιού; Σύμφωνα με τις αφηγήσεις γνωστά είναι ότι η δεξαμενή της είχε σχήμα περίπου τζιάρας πολύ μεγάλων διαστάσεων με εσωτερική επικάλυψη από υλικό που την έκανε στεγανή, λεία και γυαλιστερή. Κατά διαστήματα την άνοιγαν και την καθάριζαν. Γύρω στο 1948, δηλαδή τότε που ανακαίνισαν με το μαστρο-Γιάννη τη σημερινή μας βρύση, έσπασαν την δεξαμενή αυτής της πρώτης στο παλιό λιτρουβιό. Από την μορφή της, την εσωτερική της επένδυση και από το γεγονός ότι την “έσπασαν” συμπεραίνεται ότι ήταν κεραμική.
Τα κεραμικά όπως, βίκες, στάμνες, τσουκάλες, πιθάρια, τζιάρες κ.λ.π., ο κόσμος τα χρησιμοποιούσε πολύ σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχαν τα σημερινα υλικά, και στην περιοχή μας ήταν εύκολο να τα προμηθευτούν επειδή πολύ κοντά μας ήταν τα φημισμένα κεραμικά που κατασκευάζονταν από τεχνίτες της περιοχής της Κορώνης. Ο μεσσήνιος λαογράφος Νίκος Πασαγιώτης (+2013), με καταγωγή από το Χαρακοπιό της Κορώνης και εργάτης στα νιάτα του σε κεραμικά, μου είχε διηγηθεί ότι η τζιάρα ήταν πιθάρι χωρητικότητας 80-150 οκάδων. Η δεξαμενή λοιπόν της βρύσης στο παλιό λιτρουβιό, που κατά τους αφηγητές ήταν μεγαλύτερη από τζιάρα αλλά είχε το σχήμα της, φαίνεται να είχε κατασκευαστεί με τον τρόπο και από τεχνίτες της περιοχής αυτής.
Όσο για το μαστρο-Γιάννη, τον Γιάννη Σκουφάκη, ήταν κρητικός στην καταγωγή και είχε εγκατασταθεί στο Καραμανώλη, σήμερα Γλυφάδα, λόγω γάμου του με ντόπια. Ήταν άξιος τεχνίτης, φιλοσοφούσε την ζωή και αντιμετώπιζε τις δυσκολίες της με υπομονή και σατυρική διάθεση. Μία από τις φράσεις του, που έμειναν και δείχνει την φιλοσοφική του διάθεση αλλά και την οικονομική αδυναμία που επικρατούσε παλαιότερα, ήταν η απάντηση που έδωσε όταν, επιστρέφοντας από την Πελεκανάδα όπου είχε δουλέψει ένα μήνα, τον ρώτησαν πως πέρασε. Απάντησε με την φράση “τρεις τριάντα, ενενήντα σαλάτες”, δηλαδή τρεις φορές την ημέρα, επί τριάντα ημέρες, έφαγε, αντί φαγητού, ενενήντα σαλάτες. Έμειναν επίσης τα λόγια του σε τράπεζα της Πύλου, όταν έβλεπε να μην τηρείται η σειρά προτεραιότητας και να εξυπηρετούνται οι καλοντυμένοι και με γραβάτα πελάτες της, και σε αυτόν να μην δίνει κανείς σημασία. Δεν εκνευρίστηκε, δεν διαπληκτίστηκε αλλά απευθύνθηκε στον διευθυντή της τράπεζας και, εις επήκοον όλων, του είπε, “Κύριε διευθυντά, την επόμενη φορά που θα έρθω θα φοράω μια γραβάτα που θα φτάνει μέχρι κάτω από τα ...” και έδειξε ως πιο σημείο του σώματός του θα έφτανε η γραβάτα. Μετά από αυτά βέβαια του ζήτησαν συγγνώμη και τον εξυπηρέτησαν αμέσως.
Αυτή είναι η ιστορία της βρύσης μας.
Φωτογραφίες: 1)Βίκα σπασμένη και επισκευασμένη με τσιμέντο. 2)Νεροκολόκυθο για μεταφορά νερού και αγκλιά που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να βγάζουν ζεστό νερό από το λεβέτι κατά το πλύσιμο των ρούχων.
΄Ερευνα – κείμενο - φωτογραφίες
Κωνσταντίνα Παν. Λεβέντη


 Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Πίτας 2026

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Πολιτιστικού μας Συλλόγου το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου και ώρα 18.30 παρουσία πολλών μελών και φίλων , μέσα σε ένα ζεστό και γιορτινό κλίμα στο γραφείο του συλλόγου μας στο πρώην δημοτικό μας σχολείο.
Ο Πρόεδρος κ.Θεόδωρος Πολυχρονόπουλος και ο Αντιπρόεδρος κ.Δημήτρης Πανταζόπουλος παρουσία του Διοικητικού συμβουλίου απηύθυναν χαιρετισμό, ευχόμενοι υγεία, πρόοδο και δημιουργική χρονιά για όλους. Το φλουρί έπεσε στη συμπατριώτισσά μας Τούλα Γιάνναρη, η οποία παρέλαβε και ένα αναμνηστικό δώρο.
Ιδιαίτερη χαρά μας έδωσαν και οι νέες εγγραφές μελών, που ενισχύουν ακόμη περισσότερο την προσπάθεια και το έργο του συλλόγου μας.
Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι παρευρέθηκαν και στηρίζουν διαχρονικά τον σύλλογο.
✨ Καλή και δημιουργική χρονιά σε όλους! ✨



Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025


 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΩΝ

Η έρευνα, του κειμένου της γράφουσας έγινε το έτος 2014. Ως εκ τούτου δεν αναφέρονται εδώ πιθανόν κάποιες μεταγενέστερες μικροαλλαγές που αφορούν τη μορφή και χρήση του σχολείου και του χώρου του.
«Όλβιος όστις ιστορίης έσχε μάθησιν», λέει ο Ευριπίδης, “Τυχερός, ευτυχισμένος, αυτός που γνωρίζει την ιστορία ” Και φυσικά που διδάχθηκε από αυτήν, θα λέγαμε.
Ένας από τους βασικότερους φορείς της γνώσης και διδασκαλίας της ιστορίας, είναι και πρέπει να είναι, το σχολείο. Γιατί λαός που δεν γνωρίζει και δεν ενδιαφέρεται για την ιστορία του, δεν έχει μέλλον. Έχοντας κατά νου αυτά, θα “ζωντανέψουμε” την ιστορία του δημοτικού σχολείου ενός μικρού αλλά παλαιού χωριού. Του χωριού Παπούλια Μεσσηνίας.
Η ανέγερση του κτιρίου του, είναι συνέχεια και συνέπεια ενός ανθρώπινου δράματος. Ο Αθανάσιος Πανταζή Πανταζόπουλος με απώτερη καταγωγή από το Αρκουδόρεμα, που γεννήθηκε το 1876 στα Παπούλια και απεβίωσε το 1964, είχε ένα μικρότερο αδελφό, το Νικόλα. Ο Νικόλας φύλαγε κτήμα που είχε η οικογένειά του στην περιοχή μεταξύ Παπουλίων και Κρεμμυδίων όταν πέρασαν φυγόδικοι ληστές και τον ρώτησαν: -Πως σε λένε ρε; - Νικόλα, απάντησε αυτός. - Κι εμείς Νικόλα ψάχνουμε, του είπαν, και τον τραυμάτισαν θανάσιμα, κατά μία διήγηση μαχαιρώνοντάς τον στην κοιλιά και κατά άλλη πυροβολώντας τον
Ο Νικόλας, ημιθανής, έφτασε πλησίον των Παπουλίων, κοντά στη θέση που βρίσκεται σήμερα το εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου όπου και τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του. Τον βρήκαν, τον έφεραν στο χωριό, έδωσε μαρτυρία για το συμβάν και εξέπνευσε.
Δραγάτης (αγροφύλακας), του χωριού ήταν ο Νικόλας Ανασ. Λεβέντης (παππούς της γράφουσας), με απώτερη καταγωγή, και αυτός, από το Αρκουδόρεμα και συνομήλικος (1877-1961) του φονευθέντος. Πιστεύεται λοιπόν, ότι πιθανόν ο δραγάτης να είδε και να κατήγγειλε, ως αρμόδιος εκ του επαγγέλματός του, παράνομες ενέργειες των ληστών, και πως οι ληστές τραυμάτισαν θανάσιμα τον Πανταζόπουλο αναζητώντας και πιστεύοντας πως βρήκαν το δραγάτη.
Το περιστατικό πρέπει να συνέβη μετά το 1900 και έκτοτε η θέση που έγινε το έγκλημα ονομάστηκε « Φονικό».
Ο Αθανάσιος Πανταζόπουλος, στη μνήμη του αδικοχαμένου αδελφού του Νικόλα, δώρησε το μεγαλύτερο τμήμα οικοπέδου που είχαν στο χωριό, με πρόσοψη στον δρόμο, για να κτισθεί ναός, σύμφωνα με διήγηση των παιδιών του Παναγιώτη και Σπύρου. Για τον εαυτό του, o Aθανάσιος, κράτησε ένα μικρό μέρος του οικοπέδου αυτού, πίσω από το δωρηθέν, για να το χρησιμοποιεί ως κήπο.
Το χωριό την εποχή εκείνη είχε μοναδικό ναό αυτόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο περίβολος του οποίου -όπως και σήμερα – χρησίμευε ως νεκροταφείο. Δεν είχε όμως σχολικό κτίριο. Έτσι τα παιδιά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα αναγκάζονταν να πηγαίνουν στα σχολεία των γειτονικών χωριών Καραμανώλη (σημερα Γλυφάδα), Ίκλαινας και Βλαχόπουλου. Φυσικά με τα πόδια. Στη συνέχεια έγινε προσπάθεια λειτουργίας στο χωριό ιδιωτικού σχολείου. Λειτούργησε γύρω στο 1920, για μικρό διάστημα, ίσως ενός ή δύο ετών και με υποτυπώδη εξοπλισμό. Κατά αφήγηση του Παναγιώτη Αθαν. Πανταζόπουλου είχε έδρα τον ελεύθερο χώρο που υπήρχε στον, επάνω από το ισόγειο, όροφο κατοικίας Πανταζοπουλαίων. Δεν υπήρχαν θρανία και τα παιδιά κάθονταν στα σκαμνάκια τους, περιμετρικά της αίθουσας, στηρίζοντας στα πόδια τους την πλάκα για να γράφουν με το κονδύλι τους. Αργότερα, γύρω στα 1930, λειτούργησε δημόσιο σχολείο σε μισθωμένο κτίριο ιδιοκτησίας της Αγγελικής συζ. Αθαν. Ασημάκη, που κατείχε ως προικώο από τον πατέρα της Επαμεινώνδα Χρονά και βρισκόταν απέναντι από το οικόπεδο που δωρήθηκε.
Υπό αυτές τις συνθήκες την δεκαετία του 1930 αποφασίστηκε να κτισθεί στο οικόπεδο, σχολείο, αντί της εκκλησίας που ήταν ο σκοπός της δωρεάς.
Όπως προέκυψε από την έρευνα σε δημόσια αρχεία, στις αρχές του 1936 απεστάλη κρατική βοήθεια είκοσι χιλιάδων(20.000) δραχμών για τις εργασίες ανοικοδόμησης. Εντός του ιδίου έτους έγινε η τοιχοποιία, η στέγη, το ταβάνι, και τα κουφώματα μετά υαλοπινάκων(τζαμιών). Δηλαδή το κτίσμα απέκτησε την εξωτερική μορφή που έχει και σήμερα.
Αρχές του 1937 εργολάβος ανέλαβε τα επιχρίσματα του κτιρίου, ελαιοχρωματισμούς, εσωτερικές διαιρέσεις, ένα αποχωρητήριον διπλούν, την κατασκευή τραπεζογραφείου και τσιμεντοπίνακα. Τον Απρίλιο του ιδίου έτους η Σχολική Εφορεία, αποτελούμενη από τους Π. Κουκουλά, Μ. Ζαχαρόπουλο, Σ. Νικολόπουλο και τον διευθυντή του σχολείου δάσκαλο Μαρκόπουλο, απεφάσισε περί της αγοράς θερμάστρας(σόμπας), καθεκλών(καρεκλών), διαφόρων εικόνων μετά κορνιζών και υαλοπινάκων(τζαμιών). Προφανώς ιερών εικόνων και εικόνων των εθνικών ηρώων που αναρτήθηκαν εντός της αίθουσας. Μετά από αυτά το σχολείο ήταν έτοιμο.
Όμως οι κάτοικοι επιθυμούσαν διακαώς και επεδίωκαν την ανέγερση ιερού ναού στο οικόπεδο, που ήταν άλλωστε και ο σκοπός της δωρεάς σύμφωνα με την επιθυμία του δωρητή. Το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας ειδοποίησε την Νομαρχία και αυτή ενημέρωσε, με έγγραφό της, τον Μάρτιο του 1939, αφ΄ ενός την Επιθεώρηση Δημοσίων Σχολείων για τις προθέσεις των κατοίκων και αφ΄ ετέρου την Υποδιεύθυνση Χωροφυλακής Πυλίας, να παρεμποδίσει την ανέγερση ναού. Έτσι ο ακάλυπτος χώρος έμεινε οριστικά ως προαύλιο του σχολείου.
Το λιθόκτιστο σχολικό κτίριο, που ήταν υπερυψωμένο σε ύψος τεσσάρων βαθμίδων (σκαλιών), αποτελείτο από μια μεγάλη αίθουσα για διδασκαλία και δύο δωμάτια, το ένα για κατοικία του δασκάλου και το άλλο για γραφείο του. Όσοι μαθήτευσαν σε αυτό θυμούνται ότι η μία πλευρά του γραφείου αυτού ήταν πτυσσόμενη πόρτα που, όταν αυτή άνοιγε, το γραφείο επικοινωνούσε με την αίθουσα διδασκαλίας και αυτό, (το γραφείο), μετατρεπόταν σε σκηνή εκδηλώσεων στις σχολικές εορτές. Ο χαμηλός άδειος χώρος που υπήρχε κάτω από το ξύλινο δάπεδο του σχολείου, αεριζόταν από κάποια στενά ανοίγματα που υπήρχαν στη βάση των εξωτερικών τοίχων. Το προαύλιο είχε περιφραχθεί και ένα τμήμα του, ξεχωρισμένο με ιδιαίτερη περίφραξη, εκαλλιεργείτο, για διδακτικούς σκοπούς.
Μαθητές είχε όσους αντιστοιχούσαν σε ένα μικρό χωριό, πολλούς όμως συγκρίνοντας με το Σήμερα. Από την σχετική έρευνα προέκυψε ότι τον Νοέμβριο του 1961 οι εγγεγραμμένοι μαθητές ήσαν 22, τον Απρίλιο του 1964 ήσαν 15, τον Μάρτιο του 1966 ήσαν 22 και τον Μάρτιο του 1968 ήσαν 24. Αυτό το διάστημα δεν λειτουργούσαν μαθητικά συσσίτια, όμως είχαν λειτουργήσει παλαιότερα για δύο-τρία έτη και αποτελούντο από ένα ποτήρι γάλα για κάθε μαθητή. Το γάλα ετοίμαζε η Ελένη συζ. Δήμου Πολυχρονόπουλου, της οποίας η οικία ήταν πλησιόχωρη στο σχολείο. Επίσης παλαιότερα, διανεμόταν, για κάποιο διάστημα, ένα κομματάκι κίτρινο τυρί(Ολλανδίας)με ψωμί.
Οι δάσκαλοι που υπηρέτησαν στο σχολείο αυτό, (όσων τα ονόματα είχα τη δυνατότητα να συλλέξω) ήταν οι: Μαρκόπουλος πριν από την Κατοχή, Τσίρος Παναγιώτης επί Κατοχής, Αναγνωστόπουλος Κώστας, από Μαργέλι Μεσσηνίας, Κόλλιας Βασίλης, Ζαχαροπούλου Ζωή από Γαργαλιάνους, Αντωνόπουλος Κώστας από Βλαχόπουλο, Ξυδιά Μαρία από Σουληνάρι, Παπαθωμόπουλος, Γκλιάτας από Χώρα, Σπύρου Κωνσταντίνος από Θεσσαλία, Δαρσακλής από Χανδρινού, Νικολοπούλου Ρίτσα από Πλάτανο.
Αξίζει να γίνει αναφορά σε δύο από αυτούς. Ο πρώτος είναι ο Παναγιώτης Τσίρος από το χωριό Σιμίζα, σήμερα Αρσινόη, της Άνω Μεσσηνίας. Άξιος εκπαιδευτικός και προ πάντων παιδαγωγός, μου είπαν άνθρωποι που μαθήτευσαν σε αυτόν. Έσκυβε με αγάπη πάνω από κάθε παιδί, προσπαθώντας να μην μείνει ούτε ένα δίχως μάθηση. Υπηρέτησε στα Παπούλια σε νεαρή ηλικία, περίπου είκοσι πέντε ετών, και σε δύσκολους καιρούς, την περίοδο της Κατοχής. Διορίστηκε γύρω στο 1940 - 1941 και παρέμεινε για δύο - τρία χρόνια. Στο βιβλίο του Γιάννη Η. Σχινά “Η Εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία” Αθήνα, έκδοση 1984, μεταξύ των δασκάλων που έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση αναφέρεται και το όνομα του Τσίρου. Για την συμμετοχή του αυτή κινδύνευσε να χάσει την ζωή του. Ήλθαν στα Παπούλια παρακρατικοί, κατά διήγηση υπό τον Βελλισάρη, για να τον σκοτώσουν. Ευτυχώς ο δάσκαλος ειδοποιήθηκε άμεσα από κατοίκους του χωριού και διέφυγε τρέχοντας προς το Καραμανώλη (Γλυφάδα), όμως στα Παπούλια δεν επέστρεψε ξανά. Μετά την Κατοχή διορίστηκε στην Αρσινόη και μαθητής του από το χωριό αυτό, εν ζωή έως σήμερα, που εργάστηκε ως ανώτατο στέλεχος του Δημόσίου, μου είπε τα εξής για τον Τσίρο. -Θα εκφραστώ, για τον δάσκαλό μου Παναγιώτη Τσίρο με τα λόγια του Μεγάλου Αλεξάνδρου για τον δάσκαλό του Αριστοτέλη. ''Στους γονείς μου οφείλω το ζην και στο δάσκαλό μου το ευ ζην''. Αυτός που είμαι σήμερα το οφείλω σε αυτόν το δάσκαλο. Μέχρι την τρίτη τάξη του Δημοτικού δεν ήξερα να διαβάζω και όταν ήλθε αυτός έσκυψε επάνω μου με πολλή αγάπη και επιμέλεια και με έκανε σωστό μαθητή. Αυτά μου είπε ο Βασίλης.
Η δεύτερη άξια αναφοράς είναι η Ζωή Ζαχαροπούλου από τους Γαργαλιάνους, υπηρέτησε στο χωριό μάλλον άνω των δέκα ετών, ίσως μέχρι τις αρχές του 1960, ήταν η μακροβιότερη που δίδαξε στο σχολείο και πολύ αγαπητή στους κατοίκους.
Το 1984, με απόφαση της Νομαρχίας, τμήμα 26 τ.μ. του κτιρίου, (το δωμάτιο του δασκάλου και το γραφείο του), παραχωρήθηκε στην Κοινότητα Παπουλίων και διαμορφώθηκε σε Κοινοτικό Γραφείο και Αγροτικό Ιατρείο για εξέταση των ασθενών κατά την, ανά εβδομάδα, επίσκεψη του αγροτικού ιατρού.
Το 1987, το Σχολείο, ήδη κλειστό από το προηγούμενο έτος καταργήθηκε και τυπικά με προεδρικό διάταγμα. Ο αριθμός των μαθητών του χωριού, όπως και των υπολοίπων χωριών, μειώθηκε δραματικά λόγω της υπογεννητικότητας που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και της μετανάστευσης πολλών οικογενειών στα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, με συνέπεια οι λιγοστοί μαθητές να μεταφέρονται καθημερινά, με έξοδα του Κράτους, αλλού για μάθημα. Σήμερα στην Πύλο.
Μετά την υπαγωγή του χωριού στο Δήμο Πύλου (με το Ν. 2539/1997), στο κτίριο διατηρήθηκε ο χώρος που εχρησιμοποιείτο ως αγροτικό ιατρείο για την, ανά εβδομάδα, επίσκεψη αυτού, όσο υπήρχε ιατρός, ο δε υπόλοιπος χώρος εχρησιμοποιείτο ως εκλογικό κέντρο επί δημοτικών και εθνικών εκλογών και χώρος συνελεύσεων και δραστηριοτήτων του Πολιτιστικού Συλλόγου. Επί πλέον τοποθετήθηκε βιβλιοθήκη με παιδικά και άλλα βιβλία, για όποιον επιθυμούσε να διαβάσει.
Με τη φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου, επί Προεδρίας του Δημητρίου Φωτίου Πανταζόπουλου, ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια η ανακαίνιση του κτιρίου εσωτερικά και εξωτερικά, με δαπάνες του Πολιτιστικού Συλλόγου, αλλά και με τη βοήθεια του Δήμου και του Κρατικού Προϋπολογισμού. Συνεχίστηκαν οι εργασίες και επί των επομένων Συμβουλίων με αποτέλεσμα σήμερα ο χώρος να έχει εξαιρετική μορφή και λειτουργικότητα, τόσον εσωτερικά όσο και εξωτερικά με πλακόστρωση του προαυλίου, πίστα για ορχήστρα, τοίχο γύρωθεν, φύτευση δένδρων και παιδική χαρά.
Έτσι οικοδομήθηκε, λειτούργησε επί σειρά ετών και έφτασε στο “Σήμερα” το σχολείο αυτό, ως κτίσμα αλλά και ως φορέας μάθησης. Όμως ας κύλησαν οι εποχές, ας άλλαξε η χρήση του κτιρίου του, ας έφυγαν οι μαθητές του προς διάφορα σημεία του ορίζοντα και ας μαθήτευσαν οι μεταγενέστεροι σε άλλα σχολεία, για όλους τους Παπουλαίους παραμένει “Το Σχολείο”. Έγινε τοπόσημο. Το πιο αγαπημένο του χωριού.
Έρευνα – κείμενο: Κωνσταντίνα Παν. Λεβέντη

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

 Σήμερα η μικρή κοινωνία του χωριού μας είναι πιο φτωχή.

Ο Πολιτιστικόςμας Σύλλογος αποχαιρετά με ανείπωτη θλίψη τον αγαπημένο μας Λεωνίδα ένα παιδί του τόπου μας που έφυγε τόσο άδικα, τόσο πρόωρα.
Η απώλειά του μας πληγώνει όλους.
Ήταν ένας άνθρωπος που με το χαμόγελο, την καλοσύνη και την παρουσία του σκόρπιζε φως γύρω του. Η μνήμη του θα μείνει ζωντανή στις καρδιές μας, γιατί άνθρωποι σαν τον Λεωνίδα δεν χάνονται ποτέ αφήνουν πίσω τους αγάπη, στιγμές και ένα κομμάτι ψυχής που μας ενώνει.
Στεκόμαστε με βαθύ σεβασμό δίπλα στην οικογένειά του, μοιραζόμαστε τον πόνο και εκφράζουμε τα πιο θερμά μας συλλυπητήρια.
Το Διοικητικό Συμβούλιο
του Πολιτιστικού Συλλόγου Παπουλαίων.